Δυτικοί περιγράφουν τις αρετές των Μουσουλμάνων – Μέρος 2

Συμπόνια προς τους παθόντες 

Κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, πολλοί Σταυροφόροι ασπάστηκαν το Ισλάμ. Ο γνωστός οριενταλιστής  Τόμας Άρνολντ (Sir Thomas Walker Arnold ) μας μεταφέρει πολλές περιπτώσεις Σταυροφόρων που ήρθαν στην Ανατολή να πολεμήσουν τους Μουσουλμάνους και στη συνέχεια έγιναν Μουσουλμάνοι κι αυτοί, επειδή δεν βρήκαν κάποιον που να τους συμπονεί και να τους προσφέρει βοήθεια παρά μόνο τους Μουσουλμάνους.  Όλοι οι Δυτικοί που πήγαν τότε στην Ανατολή αναγνώρισαν εκείνη την πραγματικότητα στο βαθμό που ο Άγιος Αμόρ ντε λα Ρος, επικεφαλής των Ναϊτών Ιπποτών το 1266,  έστειλε μια παράκληση στον Πάπα και τους εκπροσώπους του ώστε να απαγορεύουν στους «φτωχούς, του γέροντες και τους αδύναμους να μεταβούν δια θαλάσσης στην Παλαιστίνη, επειδή  αυτοί είτε σκοτώνονταν, είτε αιχμαλώντουσαν, είτε δέχονταν δοκιμασίες στην πίστη τους». Ακόμα κι αυτοί που δεν ασπάζονταν το Ισλάμ, προτίμησαν να παραμείνουν στις ισλαμικές χώρες, υπό την σκιά και της φροντίδα των Μουσουλμάνων, αφού ήταν τελείως ικανοποιημένοι με αυτούς.

Η Γερμανίδα “οριενταλίστρια” Ζέγκρεντ Χόνκε (Sigrid Hunke 1913-1999 )  υποσημειώνει ένα σημαντικό έγγραφο το οποίο έστειλε ένας σταυροφόρος αιχμάλωτος στον βασιλιά «Αλ Κάμιλ αλ Αγιούμπι» που φέρθηκε με επιείκεια και καλοσύνη παρά τις ωμότητες στις οποίες έχουν προβεί οι ίδιοι στη Νταμιέτα της Αιγύπτου. Λέει η Χόνκε: “Όταν ο Σουλτάνος νίκησε εκείνη την εκστρατεία το 1221 μ.Χ. φέρθηκε με καλοσύνη στους Σταυροφόρους αιχμάλωτους και δεν εκδικήθηκε για όσα διέπραξαν με το ίδιο νόμισμα. Αντίθετα, τους τάισε για τέσσερις μακρινές ημέρες, στέλνοντας στα πεινασμένα στρατεύματά τους 30.000 πίτες ψωμί και άλλα τρόφιμα κάθε μέρα.” 

 Άλλος αιχμάλωτος που έγινε μάρτυρας αυτής της γενναιοδωρίας, είναι ο φιλόσοφος θεολόγος ‘Ολιβρος από την Κολωνία, ο οποίος έγραψε μια επιστολή στην οποία αναφέρει τα εξής: “Από αρχαιοτάτων χρόνων δεν έχει ακούσει κανείς για τέτοια συμπόνια και γενναιοδωρία και ειδικά απέναντι σε εχθρούς αιχμάλωτους.

 

Και όταν ο Θεός επέλεξε να είμαστε αιχμάλωτοί σου, δεν σε γνωρίσαμε ως βασανιστή – τύραννο, ούτε ως πονηρό δεσπότη, αλλά ως επιεική πατέρα, που μας περικύκλωσες με τη φιλανθρωπία και την καλοσύνη σου και μια σωτηρία στις δυσκολίες και στις συμφορές. Μα ποιος μπορεί να αμφισβητήσει, έστω για ένα λεπτό, πως τέτοια γενναιοδωρία, τέτοια καλοσύνη, τέτοια ανοχή, είναι από τον Θεό;  Δεδομένου πως οι άνδρες που σκοτώσαμε τους πατεράδες τους, τα παιδιά, τις κόρες, τα αδέλφια και τις αδελφές τους και τους φέραμε τα δεινά, όταν γίναμε αιχμάλωτοί τους και κοντέψαμε να λιμοκτονήσουμε, προτίμησαν εμάς παρά τους εαυτούς τους σε αγαθά και τρόφιμα, παρόλο που οι ίδιοι είχαν μεγάλη ανάγκη. Μας φέρθηκαν με τη μέγιστη καλοσύνη που μπορεί να δείξει κανείς, ενώ ήμασταν κάτω από το έλεος τους και  δεν είχαμε καμία δύναμη ή καμία δυνατότητα αντίστασης. (Sigrid Hunke, Allah ist ganz anders, σελ. 33). 

Συμπεριφορά προς τους μη Μουσουλμάνους 

Σ’αυτό το σημείο βρίσκουμε πολλές αναφορές δυτικών πηγών. Λέει ο συγγραφέας και στρατιωτικός Henri de castri, που έχει υπηρετήσει στην Αλγερία: “Εγώ μελέτησα την ιστορία, και η άποψη μου που σχηματίστηκε αργότερα – ήταν πως η συμπεριφορά των Μουσουλμάνων απέναντι στους Χριστιανούς  έδειχνε απομάκρυνση από την σκληρότητα, καλή συντροφιά και ευγένεια. Είναι μια αίσθηση η οποία παρατηρούνταν τότε μόνο στους Μουσουλμάνους, ειδικά που για τους τότε Χριστιανούς η συμπόνια και η στοργή ήταν συνώνυμα της αδυναμίας (Henri de castri, islam, σελ. 79).”

Ο γερμανός οριενταλιστής  Άνταμ Μίζ (Adam Mez ) λέει: “Η ύπαρξη των Χριστιανών ανάμεσα στους Μουσουλμάνους ήταν αιτία για την εμφάνιση των αρχών της ανοχής, στις οποίες καλούν οι σύγχρονοι μεταρρυθμιστές, η ανάγκη για συμβίωση – με ό,τι πρέπει να έχει από ομόνοια- πράγμα που οδήγησε εξ αρχής σε ένα είδος ανοχής η οποία δεν υπήρχε στην Ευρώπη τον μεσαίωνα. Ένδειξη αυτής της ανοχής ήταν η εμφάνιση  της θρησκειολογίας, δηλ. η μελέτη των διαφόρων θρησκευμάτων και δογμάτων, και η μεγάλη ανταπόκριση και ζήτηση που γνώρισε αυτή η επιστήμη.” (Adam Mez, ο Ισλαμικός πολιτισμός τον 14ο αιώνα. 1.61). 

Για το λόγο αυτό, πολλοί μη Μουσουλμάνοι προτίμησαν να προσφύγουν και να ζήσουν σε ισλαμικές χώρες παρά να μείνουν στις τυραννίες των χωρών τους. Ο γάλλος οριενταλιστής Maxime Rodinson αναφέρει πως: “Στην Ιταλία πολλές περιφέρειες εξέφρασαν στις τυραννικές τους κυβερνήσεις πως θα καλωσόριζαν από καρδιάς μια ισλαμική εισβολή. Το ίδιο έπραξαν και κάποιοι Χριστιανοί στα Βαλκάνια. Οι οπαδοί του  John Calvin έφυγαν από την Ουγγαρία και Τρανσυλβανία και οι Προτεστάντες της Σιλεσίας και οι παλιοί πιστοί στα Καυκάσια προσέφυγαν στον ισλαμικό κόσμο ζητώντας ασυλία από το βασανιστήρια που διέπραξαν εις βάρος τους Καθολικοί και Ορθόδοξοι, όπως έκαναν οι Εβραίοι Ισπανοί δυο αιώνες προγενέστερα.” 

Ο Gustave Le Bon αναφέρει: “Ας υποθέσουμε πως οι Χριστιανοί δεν κατάφερναν να νικήσουν τους Άραβες και πως οι Τελευταίοι έβρισκαν το κλίμα της βόρειας Γαλλίας μη βροχερό και όχι κρύο, όπως το κλίμα της Ισπανίας και επομένως έμεναν στη Γαλλία, τι θα πάθαινε η Ευρώπη ; Η Χριστιανική βάρβαρη Ευρώπη θα πάθαινε ό,τι ακριβώς έπαθε η Ισπανία από το λαμπρό πολιτισμό κάτω από το λάβαρο του Άραβα Προφήτη. Θα συνέβαιναν στην Ευρώπη οι μεγάλες αμαρτίες όπως οι θρησκευτικοί πόλεμοι και η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και οι μεγάλες αδικίες της Ιεράς Εξέτασης και όλες οι ωμότητες που δεν γνώρισαν οι Άραβες και έπνιξαν την Ευρώπη στα αίματα μερικούς αιώνες;” (Gustave Le Bon, The World of Islamic Civilization, σελ. 317). 

Ο βρετανός συνταγματάρχης Ronald Victor Courtenay Bodley, του οποίου η ζωή άλλαξε όταν συμβίωσε με τους Βεδουίνους του Μαρόκου, τους αγάπησε, τους εγκωμίασε, και έγραψε ένα βιογραφικό του Προφήτη Μουχάμμαντ. Λέει: “Η Ευρώπη δεν θα πίστευε στο Ισλάμ εάν ο Charles Martel είχε ηττηθεί στην Τουρ , επειδή η θρησκεία αυτή  ταιριάζει σε ανθρώπους μη κομπλεξικούς, σε ανθρώπους των οποίων οι ψυχές είναι κοντά στη φύση. Οι Άραβες όντως δεν είναι κομπλεξικοί και ο Μουχάμμαντ επίσης σίγουρα δεν ήταν.” Σε άλλο σημείο λέει, “Οι Μουσουλμάνοι ήταν σαν τη βροχή που όπου έπεφτε άνθιζε ο χώρος στον οποίο πέφτει.” (Ronald Bodley, ο Προφήτης, σελ. 147)