Η τέχνη στο Ισλάμ

Η προσφορά του Ισλάμ στην επιστήμη και την τέχνη, στην πρόοδο της ανθρωπότητας, είναι τεράστια. Μάλιστα, η Τέχνη που γέννησε η τρίτη μονοθεϊστική θρησκεία, φέρει πια το όνομά της – ισλαμική Τέχνη

Η προσφορά του Ισλάμ στην επιστήμη και την τέχνη, στην πρόοδο της ανθρωπότητας, είναι τεράστια. Μάλιστα, η Τέχνη που γέννησε η τρίτη μονοθεϊστική θρησκεία, φέρει πια το όνομά της – ισλαμική Τέχνη. Είναι τέχνη ανεικονική -καθώς, στο Ισλάμ απαγορεύεται στον άνθρωπο να μιμηθεί τα έργα του Θεού (όπως και στην εβραϊκή θρησκεία)- γεννάται μετά τον 7ο αιώνα και για μεγάλα χρονικά διαστήματα χαρακτηρίζεται από τους ιστορικούς με γεωγραφικούς ορισμούς (αραβική, μαυριτανική κ.α.).

Σήμερα, αναγνωρίζεται πλήρως η θρησκευτική της προέλευση. Βασικό χαρακτηριστικό της, είναι η καλλιγραφία -λόγω της σημασίας του κορανίου στην μουσουλμανική πίστη, εδάφια από το Κοράνι, γραμμένα καλλιγραφικά, στολίζουν τα τεμένη. Η καλλιγραφία αναπτύσσεται τόσο, ώστε αποκτά μοναδικό διακοσμητικό χαρακτήρα. Η ανάγκη της προσευχής της Παρασκευής, οδηγεί κάθε κοινότητα να έχει τον ανάλογο αριθμό τζαμιών.

Η αρχιτεκτονική, λοιπόν, αναπτύσσεται μαζί με τη νέα θρησκεία. Κι είναι η τέχνη που το Ισλάμ αναδεικνύει σε κυρίαρχη, χαρίζοντας στην ανθρωπότητα θησαυρούς, μνημεία μοναδικού κάλλους, που σήμερα δε διδάσκονται μόνο στις σχολές αρχιτεκτονικής, αλλά -λόγω της μοναδικής τους διακόσμησης- και ως υποδείγματα μαθηματικών και γεωμετρικών σχέσεων.

Ο αδάμας της ισλαμικής τέχνης, είναι το αξεπέραστο αρχιτεκτονικό κόσμημα της Αλάμπρα, ένα χτιστό ποίημα, ένας ου-τόπος, που απεικονίζει όσο τίποτε άλλο την ευαισθησία της αραβικής ψυχής και συνοψίζει τις μοναδικές επιστημονικές μεθόδους και γνώσεις των μουσουλμάνων Αράβων.

Τα επαναλαμβανόμενα στοιχεία που κατορθώνουν να μη γίνονται ποτέ μονότονα, σε ένα ατέρμονο παιγνίδι με το φως και τη σκιά, οι τόσο μοναδικά κατασκευασμένες μαθηματικές σχέσεις των διάτρητων διακοσμήσεων, η χρήση κι η ανάδειξη των ταπεινών υλικών -όπως ο γύψος-, περικυκλωμένα από κήπους απόλυτης αρμονίας, με σκέπη τον ουρανό -μνήμη των χρόνων των καταυλισμών στην έρημο-, αποτελούν ένα αυστηρό και πειστικό μάθημα ιστορίας για όποιον αναζητεί την αραβική προσφορά στον πολιτισμό.

Η αραβική επιρροή, που μεταφέρεται, λόγω του χατζίζ, σε κάθε άκρη του ισλαμικού κόσμου, είναι η βασικότερη στην αρχιτεκτονική και των μη αραβικών ισλαμικών λαών. Μια άλλη σημαντική επιρροή, με τον εξισλαμισμό της Αιγύπτου και της Συρίας, είναι η χρήση ελληνιστικών και χριστιανικών στοιχείων (χαρακτηριστικά: ο Θόλος του Βράχου στην Ιερουσαλήμ, κτισμένος το 691 μ.Χ., κοσμείται με ψηφιδωτά βυζαντινής τεχνοτροπίας, ενώ το τέμενος Αλ Ακτσά, επίσης στην Ιερουσαλήμ, χτίζεται το 705 με σαφείς επιδράσεις από τις ορθόδοξες βασιλικές).

Στην Περσία, επιδρά έντονα στην αρχιτεκτονική παράδοση η τέχνη που είχε αναπτυχθεί επί Σασσανιδών, ενώ η αρχιτεκτονική και μηχανική των θόλων φτάνει σε ύψη εφευρετικότητας και κομψότητας. Η ινδοπερσική μουσουλμανική τέχνη, τέλος, βρίσκει το σημείο της κορύφωσής της στο Ταζ Μαχάλ, ένα μνημείο της ισλαμικής τέχνης που πολλές φορές δεν αναφέρεται η πίστη που το γέννησε. Την ίδια περίοδο που χτίζεται το θαυμαστό αυτό μαυσωλείο από τον Σαχ Γιαχάν, η κεραμική τέχνη ανθεί σε όλο τον αραβικό κόσμο- όποιος έχει θαυμάσει τα περίτεχνης διακόσμησης -πάντα ανεικονικά- «πλακάκια» στο Μαρόκο και την Ιβηρική, γνωρίζει πόσο δεμένη με την Μεσόγειο ήταν αυτή η ισλαμική τέχνη.

Στην Περσία, επίσης, η τέχνη της υφαντουργίας, παραδοσιακή στους λαούς του Ισλάμ που επηρεάζονται εδώ από τον άλλο γείτονά τους μέγα πολιτισμό, τον σινικό, αναπτύσσεται και μεγαλουργεί. Στο σημερινό Ιράν υπήρχαν πάντα ταπητουργοί -προ ισλαμισμού, δηλαδή- αλλά η ανεικονική ισλαμική παράδοση δίνει βήμα στην φαντασία και την δημιουργικότητά τους, ώστε μετατρέπουν τους τάπητες σε έργα τέχνης.

Τα έργα αρχιτεκτονικής και μηχανικής είναι πολλά και λαμπρά, πέρα από τα τεμένη: υδραγωγεία, δεξαμενές, παλάτια, με λαμπρότατα παραδείγματα τα έργα των αράβων της Ιβηρικής, την Αλάμπρα, το Αλκαζάρ, το τέμενος της Κόρδοβας, και τις ακροπόλεις τους, τα τείχη, τους κήπους και τα σπίτια τους. Από τα τρία μεγαλύτερα αριστουργήματα αρχιτεκτονικής της Ευρώπης -τον Παρθενώνα, την Αγία Σοφία και την Αλάμπρα- κανένα δεν δημιουργήθηκε από την Δύση.

Η Δύση μπόρεσε να κοινωνήσει τέχνη (κι επιστήμη), κι έτσι να γεννήσει τέχνη, μέσα από τους μεγάλους δύο πολιτισμούς της μεσογείου, τον Ρωμέικο και τον Αραβικό. Κι αναγέννησε την τέχνη της όταν στερήθηκε το μόνο δικό της γέννημα -την προοπτική- κι αγκάλιασε ξανά, στις τελευταίες της αναζητήσεις, ερχόμενη σε επαφή με την αφρικανική τέχνη, την υπέρλογη φύση των πραγμάτων.

Την αραβική μουσική συστηματοποιεί ένας θρυλικός άραβας επιστήμονας, βαθύς γνώστης της Ελληνικής κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, ο Αβικέννας. Με θεμέλιο την πυθαγόρεια κλίμακα, η αραβική μουσική διευρύνεται κι αυξάνει τις επιρροές της με το χρόνο. Ωστόσο, μένει πάντα πιστή στο μέγα πυθαγόρειο μάθημα των γενών και των τρόπων (δρόμων), που αναφέρονται σε μια καθορισμένη βαθμίδα της κλίμακας (μακάμια).

Τα ορισμένα από τους Ελληνες γένη, διατονικό, χρωματικό και εναρμόνιο, διατηρούνται πιστά, με ελάχιστες αποκλείσεις. Συνδυάζοντας 16 γένη, η αραβική μουσική της Ανατολής διατηρεί περίπου 120 τρόπους. Στη Δύση, κυρίως στο Μαρόκο και την Τυνησία, η μουσική διαφοροποιείται κι ακολουθεί ένα σύστημα 24 τρόπων (νυμπά), που μας είναι γνωστό από τη μουσική της Ανδαλουσίας, που έχει ως κύριο μέσο τη φωνή.

Τα μουσικά όργανα της ισλαμικής παράδοσης -από την αραβική ξεκινούν τα περισσότερα- πλουτίζουν με τον ήχο τους ολόκληρη την ανατολική μεσόγειο. Το αραβικό ούτι (ουντ) -που θα συγκλονίσει τους Ιταλούς που θα το μετονομάσουν σε λαούτο και θα μαγέψει τις κυράδες του μεσαίωνα-, το τουμπούρ, το ταρ (ντέφι), το σαντούρι, το κανονάκι (κανούμ), ο κεμετζές (αραβική η λέξη), το ραμπάμπ, η νταρμπούκα, η πνευστή γκάσμπα, «το ναΐ το γλυκύ, το πράον» του Παπαδιαμάντη, που συνδέθηκε με τη δερβίσικη σέχτα, ακολουθούν την αραβική παράδοση έχοντας πρώτα βαφτιστεί στη ρωμέικη: η επιρροή της βυζαντινής μουσικής στα ένδοξα ισλαμικά χαλιφάτα ήταν τεράστια.

Κι η μουσική συνόδευε κάθε εκδήλωση της ζωής αυτού του γεμάτου πάθος λαού, που πάντα ζούσε με συνοδεία τη μουσική. Ακόμη και τον καιρό της ερήμου, τα τραγούδια του καμηλιέρη (αραβικά, ιντά) με τους γλυκούς και μελαγχολικούς τους στίχους μαλάκωναν τις καρδιές των οδηγών των καραβανιών.

Η αραβική λογοτεχνία

Ο Αραβικός λαός είχε πλούσια λογοτεχνική, κυρίως ποιητική, παράδοση, πριν ασπασθεί το Ισλάμ. Ο Ίμρου αλ Καίς, ο Λαμπίντ, ο Αντάρα, είναι προ-ισλαμικοί ποιητές των οποίων τα ονόματα και το έργο δεν έχει ξεχάσει ποτέ η Αραβία. Και μετά τον ερχομό του Ισλάμ, η ποίηση παραμένει κυρίαρχη τέχνη. Μόνο που, τώρα γεννιέται στις αυλές και τα πλούσια σπίτια των εμπόρων, που θεωρούν τιμή τους να συντηρούν τους ποιητές, να τους πληρώνουν αδρά, μόνο και μόνο για να έχουν τη χαρά να ακούσουν πρώτοι τα έργα τους.

Οι δρόμοι, τα παζάρια, οι ψηλοί τοίχοι των σπιτιών των μεγάλων κέντρων της πίστης, της Γρανάδας, της Βαγδάτης, της Κόρδοβας και της Μοσούλης, του Καΐρου και της Δαμασκού, υμνούνται μαζί με τις ηδονές που κρύβονται «πίσω από τα ψηλά τα καφάσια». Με την ίδια φόρμα της προϊσλαμικής ποίησης, νέα έργα, σημαντικότερα, έρχονται στο φως, γεμάτα την οσμή της λαγγεμένης Ανατολής και την γνώση που χάρισε στους νέους ποιητές η επαφή με τις λαϊκές δημιουργίες της ανατολικής Μεσογείου.

Η Πεζογραφία, δε μένει πίσω. Το Κοράνι είναι αυτό καθ αυτό ένα λογοτεχνικό έργο, που, μάλιστα, αγαπά ιδιαιτέρως τις ομοιοκαταληξίες -γινόμενο ευκολότερο για απομνημόνευση.

Η λαϊκή πεζογραφία, ωστόσο, είναι εκείνη που μαγεύει όποιον έρθει σε επαφή μαζί της. Οι θρυλικές «Χίλιες και Μία Νύχτες», καταγραφή μύθων και θρύλων που παντρεύονται την ιστορία και τον έρωτα, αποτελούν ακόμη και σήμερα το σημαντικότερο σύμβολο του λαϊκού προφορικού πολιτισμού του αραβικού κόσμου.

Πηγή: www.flash.gr

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.