Μουσ’αμπ Ιμπν Ουμάιρ – Μέρος Πρώτο

Αυτός ο άνθρωπος ήταν το «άνθος» των Κουράις, ο πιο όμορφος, και νέος. Ιστορικοί και διηγητές των περιγράφουν ως τον πιο «χαρισματικό στη Μέκκα».

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα πλούτη και στις ανέσεις. Ίσως δεν υπήρχε άλλο αγόρι στη Μέκκα που να το καλοέμαθαν παραπάνω οι γονείς του απο ότν τον Μουσ’αμπ Ιμπν Ουμάιρ.

Αυτός ο χαϊδεμένος νέος, το κόσμημα των συνελεύσεων και ομάδων της Μέκκα, είναι να δυνατόν να είναι ένας απο τους θρύλους της πίστης;

Η ιστορία του Μουσ’αμπ Ιμπν Ουμάιρ ή του Μουσ’αμπ του Καλού, όπως τον είχαν ονομάσει οι μοσουλμάνοι, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Ποιος ήταν όμως; Η ιστορία του είναι αφορφμή για περηφάνει για όλη την ανθρωπότητα. Ο νέος αυτός άκουσε μια μέρα αυτά που είχαν αρχίσει οι άνθρωποι στη Μέκκα να ακούν για τον Μουχάμμαντ, τον Ειλικρινή, που ο Αλλάχ τον έστειλε για να φέρει χαρμόσυνα νέα και να τους προειδοποιήσει καλώντας τους στη λατρεία του Αλλάχ, του Μοναδικού Θεού. Η Μέκκα κοιμόταν και ξυπνούσε τη συζήτηση για τον Προφήτη Μουχάμμαντ και τη θρησκεία του, και αυτός ο νέος ήταν ένας απο τους πιο προσεκτικούς ακροατές.

Αυτό ήταν επειδή, αν και ήταν νέος, η σοφία και η λογική ήταν επίσης απο τα χαρακτηριστικά του Μουσ’αμπ.

Άκουσε ότι ο Προφήτης και αυτοί που πίστευαν σε αυτόν, συναντιούνταν μακριά απο τους αρχηγούς των Κουράις στο σπίτι Αλ-Αρκαμ Ιμπν Αλ –Αρκαμ νταρ Αλ Αρκαμ. Δεν έχασε χρόνο. Πήγε μια νύχτα στο Ντααρ αλ Αρκαμ. Εκεί ο Προφήτης συναντιούνταν με τους συντρόφους του, απάγγελνε το Κοράνι σε αυτούς και έκανε προσευχή μαζί τους. Ο Μουσ’αμπ είχε μόλις καθήσει και αναλογιζόταν τα εδάφια του Κορανίου που απήγγειλε ο Προφήτη όταν η καρδιά του γέμισε απο ευχαρίστησε σε σημείο που παραλίγο να τον είχε πετάξει απο τη θέση του. Έτσι με το ένα βλεφάρισμα του ματιού, αυτός ο νέος εγινε μουσουλμάνος.

***

Η μητέρα του ήταν η Χουνας Μπιντ Μαλικ και οι άνθρωποι τη φοβόντουσαν σχεδόν στο βαθμό τρόμου καθώς είχε μια ισχυρή προσωπικότητα. Όταν ο Μουσ’αμπ έγινε μουσουλμάνος, δε πρόσεχε ή φοβήθηκε κανένα στο πρόσωπο της γης εκτός απο τη μητέρα του. Ακόμα και αν όλη η Μέκκα, με τα είδωλά της, τους ευγενείς της, και τις ερήμους της τον προκαλούσαν, θα αντιμετώπιζε την πρόκληση. Ωστόσο μια διαφωνία με την μητέρα του ήταν ο απόλυτος τρόμος, και έτσι γρήγορα σκέφτηκε και αποφάσισε να κρατήσει το Ισλάμ κρυφό μέχρις ότου ήθελε ο Αλλάχ. Συνέχισε να συχνάζει στο Νταρ αλ Αρκάμ και να παίρνει μαθήματα απο τον Προφήτη. Ήταν ευχαριστημένος με την πίστη του και απέφευγε το θυμό της μητέρας του, η οποία δεν είχε καμία γνώση σχετικά με το ότι αυτός είχε ασπαστεί το Ισλάμ.

Ωστόσο, εκείνη την εποχή στη Μέκκα τίποτα δεν έμενε κρυφό, καθώς τα μάτια και τα αυτιά των Κουράις ήταν παντού και προσεκτικά εξέταζαν τα πάντα; μέχρι και καθε αποτύπωμα στη ζεστή άμμο. Μια φορά, ο Ουθμάν Ιμπν Ταιχα τον είδε να μπαίνει στο Νταρ αλ Αρκαμ, και έπειτα τον είδε δεύτερη φορά να προσεύχεται σαν τον Προφήτη. Μόλις τον είδε, έτρεξε γρήγορα με τα νέα στη μητέρα του Μουσ’αμπ, η οποία έμεινε έκπληκτη. Ο Μουσ’αμπ στάθηκε μπροστά στη μητέρα του, τους ανθρώπους και τους ευγενείς της Μέκκα που συγκεντρώθηκαν γύρω του, λέγοντάς τους την αδιάσειστη αλήθεια και διαβάζοντας το Κοράνι με το οποίο ο Προφήτης είχε καθαρίσει τις καρδιές τους και με το οποίο τις είχε γεμίσει με τιμή, σοφία, δικαιοσύνη, και αρετή. Η μητέρα τους ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει, αλλά κάτω απο την πίεση της μητρικής στοργής, τον γλίτωσε απο το ξύλο και τον πόνο. Αντί για αυτόν τον πήρε σε μια γωνία του σπιτιού και τον έκλεισε εκεί. Του έβαλε αλυσίδες και τον φυλάκισε εκεί μέχρι που άκουσε ο Μουσ’αμπ τα νέα της μετανάστευσης κάποιων απο τους μουσουλμάνους προς την Αββυσηνία. Κατάφερε να ξεγελάσει τη μητέρα του και τους φρουρούς του, και έτσι ξέφυγε και πήγε στην Αββυσηνία.

Έμεινε στην Αββυσηνία με τους άλλους που μετανάστευσαν και έπειτα γύρισε μαζί τους στη Μέκκα. Μετανάστευσε για δεύτερη φορά με τους συντρόφους του Προφήτη, τους οποίους ο Προφήτης ο ίδιος συμβούλεψε να μεταναστεύσουν και τον υπάκουσαν. Αλλά είτε ο Μουσ’αμπ βρισκόταν στην Αββυσηνία είτε στη Μέκκα η πίστη του έκανε την εμφάνιση της σε όλα τα μέρη και όλες τις ώρες.

Ήταν σίγουρος πλέον πως η ζωή του ήταν αρκετή για να προσφερθεί σαν θυσία στον Δημιουργό. Πήγε μια μέρα σε κάποιους μουσουλμάνους ενώ καθόνταν γύρω απο τον Προφήτη και αυτοί μόλις τον είδαν δάκρυσαν καθώς φορούσε σκισμένα ρούχα. Είχαν συνηθίσει την προηγούμενη εμφάνισή του, πριν να γίνει μουσουλμάνος, όταν τα ρούχα του ήταν κομψά και ευωδιαστά.

Ο Προφήτης τον είδε με τα μάτια της σοφίας, ευγνώμων, και χαμογελαστός είπε: «Είδα τον Μουσ’αμπ εδώ και δεν υπήρχε άλλος νέος στη Μέκκα πιο χαϊδεμένος απο αυτόν. Έπειτα τα άφησε όλα αυτά για την αγάπη του Αλλάχ και του Προφήτη Του.»