Sunday, March 3, 2024
Αρθρα - Απόψεις

Είναι το Ισλάμ συμβατό με τη δημοκρατία; μέρος 2.

Η ισλαμική έννοια της εξουσίας

 

Πολύ πιο σημαντικό και δύσκολο να κατανοηθεί είναι η δεύτερη έννοια της εξουσίας στις ισλαμικές κοινωνίες, σύμφωνα με την οποία η πολιτική εξουσία αντλεί τη νομιμότητά της από τον θρησκευτικό νόμο. Η δύναμη, ως εκ τούτου, ανήκει στην επαγγελματική νομική ελίτ, στους νομομαθείς. Οι θεολόγοι ανέπτυξαν τις αρχές του ισλαμικού δόγματος της εξουσίας και καθιέρωσαν τη μόνιμη σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική και τη θεολογία –τη κλασική ισλαμική φιλοσοφία• αυτές είναι αυτόχθονες έννοιες εντός της ισλαμικής παράδοσης. Οι «απαισιόδοξοι δημοκράτες» σπεύδουν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα πολιτιστικό και θρησκευτικό κενό μεταξύ της αρχικής ισλαμικής και της σύγχρονης δημοκρατικής κατανόησης της νόμιμης εξουσίας. Όμως, είναι πραγματικά έτσι;

 

Ας στραφούμε στην ιστορία για λίγο. Θεωρητικά, η ισλαμική έννοια της εξουσίας αναπτύχθηκε μέχρι τον 11ο  αιώνα από τον θρησκευτικό λόγιο και νομικό Αμπού αλ Χασάν αλ Μαουάρντι (974-1058). Σύμφωνα μ, αυτόν, η εξουσία είναι αδιαμφισβήτητη, διότι προέρχεται από τον ιερό νόμο. Ο θεσμός του κράτους εξαρτάται από τη θρησκευτική κοινότητα και μπορεί ακόμη να θεωρηθεί ως το όργανό της, διότι, στο Ισλάμ, ο ιερός νόμος προϋπάρχει από κάθε ιδέα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης.  Σε αυτό το πλαίσιο, το θρησκευτικό δίκαιο (Σαρία) δεν είναι μόνο μια θρησκευτική επιταγή, αλλά περιλαμβάνει επίσης τις νομικές, πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις της κοινοτικής ζωής. Ως εκ τούτου, καμία σαφής διάκριση στο Ισλάμ δεν μπορεί να γίνει μεταξύ των θρησκευτικών και νομικών κανόνων, επειδή αμφότεροι μπορούν να αναχθούν σε κοινές πηγές, το Κοράνι και τη Σούννα (προφητική παράδοση). Ποια είναι η προβολή της συγκεκριμένης προϋπόθεσης στο θεσμό του κράτους και πως επηρεάζει την έννοια της κυβέρνησης και τις σχέσεις μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων;

 

Ο πολιτικός άρχοντας υπόκειται στον θεϊκό και ιερό νόμο. Όμως, η ερμηνεία του νόμου είναι ένας τομέας των θρησκευτικών λογίων και, πιο συγκεκριμένα, των νομικών. Από την περίοδο διαμόρφωσης του ισλαμικού πολιτισμού, οι τομείς της νομολογίας και της πολιτικής χωρίζονται σε δύο διακριτές σφαίρες. Οι θρησκευτικοί λόγιοι ήταν η πηγή της νόμιμης εξουσίας, επειδή είχαν τη θρησκευτική γνώση και μεθοδολογία ώστε να ερμηνεύσουν και να εξηγήσουν τα κείμενα του Κορανίου και τη Σούννα, τα οποία υποτίθεται ότι παρέχουν όλους τους απαραίτητους οδηγούς για την επίλυση κάθε νομικού ή πολιτικού προβλήματος.

 

Στη θεωρία, οι νομικοί εξουσιοδοτούνται να εγκρίνουν οποιαδήποτε πολιτική απόφαση που ελήφθη από τον άρχοντα και έχουν το δικαίωμα να αντιταχθούν στην απόφασή του, αν είναι αντίθετη προς τη Σαρία. Έτσι, η πολιτική ελίτ χρειαζόταν την εξουσία των νομικών μελετητών για να νομιμοποιηθεί. Έτσι, στην κλασική παράδοση, μπορούμε να δούμε πως οι νομικοί και οι κυβερνήτες βρίσκονται σε διαρκή συνεργασία. Αυτή η ισχυρή ιστορική σύνδεση μεταξύ των ερμηνευτών της θρησκείας και της πολιτικής σφαίρας εξηγεί γιατί το Ισλάμ επιδιώκει να θέσει κανόνες και νόμους που ρυθμίζουν όχι μόνο την προσωπική ζωή του πιστού αλλά και τη δημόσια σφαίρα.

 

Παρά την αλληλεξάρτησή τους, η νομική και πολιτική εξουσία διαχωρίζεται κι αυτός ο διαχωρισμός αποτελεί τη βάση του διαχωρισμού των εξουσιών, που είναι μία από τις βασικές αρχές της σύγχρονης δημοκρατίας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *