Saturday, March 2, 2024
Προσωπικότητες

Μουσααμπ Μπιν Ουμάϊρ

Το Ισλάμ έχει αναδείξει αξιόλογες προσωπικότητες, οι οποίες έχουν αλλάξει τη ροή της ιστορίας με την ενάρετη ζωή και την ευλάβεια τους..O Μούσααμπ Μπιν Ουμάϊρ είναι μια από αυτές τις λαμπρές προσωπικότητες..

Μούσααμπ Μπιν Ουμάϊρ
Ο πρώτος πρεσβευτής στο Ισλάμ

Ο Μούσααμπ Μπιν Ουμάϊρ ήταν γόνος μιας πλούσιας οικογένειας των Κουράϊς, μεγάλωσε με μεγάλη άνεση και ήταν το χαϊδεμένο παιδί των γονέων του. Ήταν γνωστός για τα ακριβά ρούχα και αρώματα που φορούσε, και δεν έδειχνε καθόλου να αγωνίζεται για κάποιο σκοπό. Αυτό είναι μια επιπλέον απόδειξη για το μεγαλείο του Ισλάμ και του Προφήτη Μουχάμμαντ στην μεγάλη μετατροπή.

Ο Μούσααμπ όπως όλοι οι κάτοικοι της Μέκκας, ενημερώθηκε για την καινούργια θρησκεία. Το χαϊδεμένο παιδί ήταν και αρκετά μυαλωμένο για να κρίνει τα πράγματα, είχε ακούσει πολλά για τον Μουχάμμαντ που οι Κουράϊς αποκαλούσαν «τον Πιστό», επειδή ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης όλων των μελών της φυλής. Έτσι ό,τι πολύτιμα αντικείμενα είχαν, τα εμπιστεύονταν στον «Πιστό», παρόλο που τον πολεμούσαν λόγω της πίστης του.

Έτσι ο Μούσααμπ, μόλις μαθαίνει ότι ο Προφήτης κι οι συνοδοί του συναντιούνται σε συγκεκριμένο οίκο, τον περίφημο «Ντάρ αλ ’ρκαμ», σπεύδει να ακούσει κι αυτός τι λέει η καινούργια θρησκεία. Εκεί βλέπει τον Προφήτη με τους συνοδούς του να προσεύχονται, ακούει τα εδάφια του Κορανίου και νοιώθει την ηρεμία που επικρατούσε στο χώρο. Ο Μούσααμπ ένιωσε ευτυχία και γαλήνη, ήταν η στιγμή που θα άλλαζε για πάντα ολόκληρη τη ζωή του.

Ο Μούσααμπ ασπάζεται το Ισλάμ, αλλά με πολλή ηρεμία και αποφασιστικότητα, παρόλο που ήταν μικρός είχε αρκετά ώριμο μυαλό, σαν να ήταν πολύ μεγαλύτερης ηλικίας.

Η μητέρα του ήταν μια γυναίκα με πολύ δυνατή προσωπικότητα, και ο Μούσααμπ δεν φοβόταν τίποτε στη Μέκκα πάρα μόνο τον θύμο της. Έτσι πήρε την απόφαση να κρατήσει την αλλαγή του μυστική μέχρι που να αλλάξουν τα πράγματα.

Ο Μούσααμπ συνέχιζε να συχνάζει κρυφά στο «Ντάρ αλ ’ρκαμ» προκειμένου να μάθει κι άλλα για την θρησκεία του, αποφεύγοντας την οργή της μάνας του, αλλά στην τότε κλειστή κοινωνία της Μέκκας, τέτοιο μυστικό δεν μπορούσε να μείνει κρυφό για πολύ καιρό, κυρίως λόγω του ότι όλα τα μάτια ήταν στραμμένα προς όποιον πλησίαζε τον Μουχάμμαντ.

Κάποιος λοιπόν τον είδε να μπαίνει στον οίκο, και να προσεύχεται με το Προφήτη, και ειδοποίησε αμέσως τη μητέρα του, που παρά λίγο να χάσει τα μυαλά της. Ο Μούσααμπ είχε τώρα να δώσει λογαριασμό στη μητέρα και στους μεγάλους σοφούς των Κουράϊς.

Ο Μούσααμπ στάθηκε μπροστά τους με μεγάλη σιγουριά, και άρχισε να απαγγείλει τα εδάφια του Κορανιού. Η μητέρα του ήθελε να τον σταματήσει με ένα χτύπημα, όμως το μητρικό ένστικτο την εμπόδισε. Δεν θα τον άφηνε όμως ατιμώρητο, θα τον «φυλάκιζε» σε ένα βαθύ μέρος του σπιτιού, εκεί ο Μούσααμπ θα έμενε για κάποιο διάστημα.

Μια μέρα ο Μούσααμπ άκουσε ότι άλλοι πιστοί έχουν εγκαταλείψει την Μέκκα προς την Αιθιοπία, διότι ήθελαν να γλιτώσουν έστω και για λίγο από τα αφόρητα βάσανα των Κουράϊς. Τότε καταφέρνει να δραπετεύσει από την φυλακή του, και να ακολουθήσει τους άλλους πιστούς.
Στην Αιθιοπία θα παραμείνουν για κάποιο διάστημα και έπειτα θα επιστρέψουν στην Μέκκα, αλλά όχι για πολύ αφού τα βάσανα δεν είχαν τελειωμό. Κατόπιν θα ξαναπάρουν το δρόμο προς την Αιθιοπία, μετά από εντολή του Προφήτη.

Οι εμπειρίες του Μούσααμπ με την καινούργια του θρησκεία, με τα βάσανα τον έκαναν πιο επίμονο, πιο πιστό, είχε ήδη χαράξει την πορεία του, που δεν θα άλλαζε ό,τι και να γινόταν και ό,τι να πάθαινε, αφού είχε ως δάσκαλο και ζωντανό παράδειγμα τον Προφήτη Μουχάμμαντ.

Χαρακτηριστική σκηνή ήταν μια μέρα που μπήκε στο χώρο που ήταν ο Προφήτης και οι συνοδοί του, και αυτοί έκρυβαν τα πρόσωπα τους, μερικοί μάλιστα δάκρυσαν. Ο λόγος που δάκρυσαν ήταν που είδαν τον Μούσααμπ να φορά ένα παλαιό σκισμένο ένδυμα, και οι συνοδοί θυμήθηκαν το χαϊδεμένο παιδί με τα ακριβά ρούχα, με τα καλύτερα αρώματα, με το ζωντανό πρόσωπο… Τι μεγάλη διαφορά είχε προκύψει;

Ο Προφήτης κοίταξε τον Μούσααμπ με πολλή αγάπη και στοργή, και του είπε χαμογελώντας: “Έχω δει αυτόν τον Μούσααμπ, και σε όλη την Μέκκα δεν υπήρχε άλλο πιο χαϊδεμένο παιδί από τους γονείς του, και τα παράτησε όλα για την αγάπη του Θεού και του Προφήτη.”

Η μητέρα του όταν σιγουρεύτηκε ότι ο γιος της δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει στην ειδωλολατρία, όχι μόνο τον έδιωξε, και του στέρησε ό,τι αγαθά είχε, αλλά αρνήθηκε να θρέφει κάποιον που δεν πιστεύει στους θεούς της, έστω και αν αυτός ήταν ο ίδιος της ο γιος.

Η σκηνή αποχαιρετισμού μάνας με γιο ήταν πολύ συγκλονιστική. Όταν ο Μούσααμπ επέστρεψε από την Αιθιοπία η μάνα επιχείρησε να τον ξαναφυλακίσει, τότε αυτός ορκίστηκε ότι θα σκότωνε όποιον επιχειρούσε να το κάνει. Η μάνα ήξερε πόσο επίμονος ήταν όταν το εννοούσε, έτσι τον αποχαιρέτησε δακρυσμένη, όμως τα δάκρυα δεν έλειπαν και από τα μάτια του Μούσααμπ.
Ο καθένας τους είχε μια επιμονή στην πίστη του.
Η μάνα τον έδιωξε από το σπίτι λέγοντας:

– «πήγαινε όπου θέλεις, δεν είμαι πια η μάνα σου».
Τότε ο Μούσααμπ πλησίασε την μάνα του, και της είπε με στοργή:
– «Μάνα, ξέρεις πόσο σε αγαπώ, πόσο ενδιαφέρομαι για σένα, να ασπαστείς το Ισλάμ, για το καλό σου…»
Η μάνα απαντάει θυμωμένη:
– «Μα τα αστέρια, δεν ασπάζομαι την θρησκεία σου, ώστε να εξευτελιστώ και να χάσω τα μυαλά μου…»

Έτσι, ο Μούσααμπ άφησε τα αγαθά, τα κομψά ρούχα, τα αρώματα, και προτίμησε την φτώχεια και την ανέχεια για χάρη του Θεού και της Πίστης που επέλεξε.

Ο Προφήτης τον επέλεξε για την πιο σοβαρή αποστολή. Θα πήγαινε στην Μεδίνα να διδάξει στους κατοίκους της τα διδάγματα του Ισλάμ. Τότε στη Μεδίνα μόλις 12 άτομα είχαν ασπαστεί το Ισλάμ.

Η επιλογή του νεαρού Μούσααμπ επιδεικνύει το βαθμό εμπιστοσύνης που είχε ο Προφήτης προς αυτόν, μια εμπιστοσύνη που δεν προδόθηκε ποτέ.

Ο Μούσααμπ ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι του ’σααντ Μπιν Ζουράρα ενός ηγέτη της Μεδίνας. Ξεκίνησε να απαγγέλει το Κοράνιο, να κάνει τα κηρύγματα περί του μονοθεϊσμού και της αποστολής του Μουχάμμαντ. Τα λόγια του είχαν μεγάλη επιρροή, δεν έλειψαν όμως και επεισόδια, που με την σοφία του Μούσααμπ κατέληξαν με αίσιο τέλος..

Μία ημέρα, ενώ ο Μούσααμπ μιλούσε με κάποιους κατοίκους, κατέφθασε στον τόπο ο Ουσάϊντ Μπιν Αλ-Χουνταϊρ, ένας ηγέτης των Ανσάρ , κραδαίνοντας το δόρυ του θυμωμένος. Ήθελε να μάθει ποιος ήταν αυτός ο ξένος που προσπαθούσε να αλλάξει την πίστη των ανθρώπων στην πόλη του, ώστε να αφήσουν τους παλαιούς τους θεούς, και να λατρεύουν ένα μόνο Θεό. Οι θεοί τους ήταν ορατοί, και όποιος είχε ανάγκη μπορούσε κάλλιστα να ζητήσει την βοήθειά τους, αλλά αυτόν τον αόρατο Θεό πως να τον επικαλεστεί κανείς;

Οι διπλανοί του Μούσααμπ τρομοκρατήθηκαν, αυτός όμως καθόλου, το πρόσωπό του δεν έχασε την λάμψη και την ηρεμία του. Ο Ουσάϊντ απευθύνθηκε σε αυτόν και στον ’σααντ Μπιν Ζουράρα: «Τι ήρθατε εδώ να ξεγελάσετε τους αδυνάτους μας; Αφήστε μας ήσυχους αλλιώς δεν θα μείνετε ζωντανοί…» ο Μούσααμπ του απάντησε με το χαμόγελό του: «Τι θα έλεγες να κάτσεις να μας ακούσεις, κι αν σου αρέσουν αυτά που λέμε τα αποδέχεσαι, αλλιώς σας αφήνουμε και φεύγουμε;»
Ο Ουσάϊντ που ήταν αξιόλογος και σοφός ηγέτης, ένιωσε υποχρεωμένος ακούγοντας τα λόγια του Μούσααμπ, και του λέει: «είσαι δίκαιος», και άφησε το δόρυ του. Χρειάστηκαν μόνο λίγα λόγια και κηρύγματα του Μούσααμπ να τον πείσουν για το Ισλάμ…

– «Τι καλά λόγια είναι αυτά;» αναφώνησε ο Ουσαϊντ, «πως μπορεί κανείς να γίνει μουσουλμάνος;»
– «Καθαρίζει το σώμα και τα ρούχα του και αναγνωρίζει τον Αλλάχ σαν μοναδικό Θεό, και το Μουχάμμαντ σαν τελευταίο Προφήτη.»

Και σε λίγη ώρα ο Ουσάϊντ επέστρεψε με τα νερά να τρέχουν από πάνω του, για να ασπαστεί κι αυτός το Ισλάμ.

Μετά την αλλαγή του Ουσαϊντ στο Ισλάμ, ήρθαν κι άλλοι ηγέτες της Μεδίνας στον Μούσααμπ, τον άκουσαν, ασπάστηκαν κι αυτοί το Ισλάμ, μετά ήταν θέμα χρόνου ώστε η πλειοψηφία των κατοίκων να πάρει παρόμοια απόφαση, αφού είδαν τους ηγέτες τους να το κάνουν χωρίς επιφύλαξη.

Οι κάτοικοι της Μεδίνας είδαν ένα εξαιρετικό άνθρωπο με πολλή πίστη και αφοσίωση στο Θεό, γι’ αυτό ασπάστηκαν το Ισλάμ ομαδικά. Την επόμενη χρονιά, τα δώδεκα άτομα που ασπάστηκαν το Ισλάμ στο περσυνό προσκύνημα, ξαναγύρισαν εβδομήντα, με το δάσκαλο τους, τον Μούσααμπ.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Προφήτης μετανάστευσε στην Μεδίνα με τους μουσουλμάνους. Οι Κουράϊς όμως ποτέ δεν θα τους άφηναν ήσυχους, θα τους κυνηγούσαν ασταμάτητα, θα προσπαθούσαν να τους αποκλείσουν με εμπάργκο, και με άλλους τρόπους.

Η πρώτη μάχη μεταξύ των μουσουλμάνων με την φυλή των Κουράϊς ήταν η μάχη του Μπαντρ, στην οποία υπερνίκησαν οι μουσουλμάνοι. Οι απώλειες των Κουράϊς ήταν μεγάλες, έτσι θα έπρεπε οπωσδήποτε να πάρουν εκδίκηση. Την επόμενη χρονιά, ετοιμάζονται οι Κουράϊς, και γίνεται η μάχη του Ούχουντ. Ο Μούσααμπ κρατούσε το λάβαρο, η μάχη ξεκίνησε, οι μουσουλμάνοι νικούσαν πάλι, αλλά η αταξία μίας ομάδας που ο Προφήτης τοποθέτησε στο πίσω βουνό ως ασπίδα του στρατού, μετέτρεψε την νίκη σε ήττα, αφήνοντας την ευκαιρία στον Χάλεντ Μπιν αλ-Ουαλίντ να κάνει ξαφνική επιδρομή από το βουνό, αφού σκότωσε όσους παρέμειναν εκεί.

Οι πολεμιστές των Κουράϊς αφού είδαν την αταξία στον ισλαμικό στρατό, ξαναγύρισαν, ήθελαν οπωσδήποτε να σκοτώσουν τον ίδιο τον Προφήτη. Ο Μούσααμπ κατανοώντας την επικινδυνότητα της κατάστασης, σήκωσε ψηλά το λάβαρο, άρχισε να τρέχει από δω και από κει, προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή των πολεμιστών των Κουράϊς. Ήθελε να θυσιάσει την ίδια του την ζωή, προκειμένου να σώσει το αγαπημένο του Προφήτη, ήταν μόνος αλλά πολύ γενναίος λες να ήταν λιοντάρι.

Οι εχθροί όμως πλήθαιναν, και το λιοντάρι εξαντλήθηκε.
Ένας καβαλάρης των Κουράϊς ο Ιμπν Κουμάϊα, χτυπά τον Μούσααμπ με το σπαθί του, ο Μούσααμπ χάνει το δεξί χέρι, κρατάει το λάβαρο με το αριστερό χέρι, δέχεται και δεύτερο χτύπημα, χάνει και το αριστερό χέρι, αγκαλιάζει το λάβαρο με τα μπράτσα, τον χτυπάει ο καβαλάρης με το δόρυ που διαπερνά το σώμα του, ο Μούσααμπ πέφτει, και το λάβαρο πέφτει μαζί του.

Μετά το πέρας της μάχης, ο Μούσααμπ βρέθηκε καλυμμένος με τα αίματα του, και το πρόσωπο του το έκρυβαν τα χώματα, σαν να φοβόταν να δει να παθαίνει κάτι κακό ο αγαπημένος του δάσκαλος και Προφήτη.

Ο Προφήτης κι οι συνοδοί του περιπόλησαν στην περιοχή να δουν τους νεκρούς μάρτυρές τους, και στο πτώμα του Μούσααμπ, έκλαψαν πολύ για τον πρώτο πρεσβευτή στο Ισλάμ.

Ένας συνοδός του Προφήτη, ο Χαμπ’άμπ Μπιν Αλ-Αράττ, είπε:

«Μεταναστεύσαμε με τον Προφήτη με σκοπό το Ισλάμ, έτσι είχαμε την ανταμοιβή του Θεού, μερικοί μας όμως δεν βρήκαν καμία ανταμοιβή στην ζωή τους, ένας από αυτούς είναι ο Μούσααμπ Μπιν Ουμάϊρ, που σκοτώθηκε στην μάχη Ούχουντ, και δεν του βρήκαμε σάβανο παρά ένα μικρό ύφασμα, που αν του καλύπταμε το κεφάλι, αποκαλύπτονταν τα πόδια του, και εάν καλύπταμε τα πόδια, αποκαλυπτόταν το κεφάλι, κι έτσι ο Προφήτης μας είπε: «καλύψτε το κεφάλι του, και σκεπάστε τα πόδια του με κλαδιά»

Ο Προφήτης στάθηκε στο πτώμα του Μούσααμπ, να του αποδώσει την μαρτυρία που θα τον συνοδέψει για πάντα
«Σε έχω δει στη Μέκκα, τότε δεν υπήρχε άλλος με πιο κομψά ρούχα, ούτε πιο χαριτωμένο πρόσωπο…σήμερα είσαι με σκονισμένα μαλλιά, τυλιγμένος με ένα ύφασμα».

Ο Προφήτης κοιτάει το τοπίο που ήταν ο Μούσααμπ και οι υπόλοιποι μάρτυρες, με βλέμμα αγάπης και στοργής. Εκεί έχασε κάποιους από τους καλύτερους τους συντρόφους, που μαζί μοιράστηκαν και έζησαν πολλά, λέγοντας:

«ο Προφήτης του Θεού, μαρτυρά πως είστε οι μάρτυρες στον Αλλάχ την Έσχατη μέρα»

Και απευθύνεται στους συνοδούς του λέγοντας «Να τους επισκέπτεστε, να τους χαιρετίζετε, μα το Θεό που έχει την ψυχή μου στο χέρι του, όποιος τους χαιρετίσει μέχρι την Έσχατη μέρα, θα του απαντήσουν σίγουρα».

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *